Να την προσέχεις -Sanjuro mc ft. Antonis [στίχοι]
Είναι από τι λίγες φορές που θαυμάζω ένα τέτοιου είδους τραγούδι. Και αυτό γιατί τους στίχους του κάποτε, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τους είπα κι εγώ. Και ακόμα τα λέω. Αυτό είναι ένα από τα λίγα “rap” τραγούδια που έχουν μείνει. Και το rap έχει πολλές σχέσεις με το blues, μιας και είναι ένας από τους τόσους απογόνους του blues. Και ένας που θέλει να πιστεύει πως αγαπάει την μουσική δεν πρέπει να απορρίπτει ένα τραγούδι από το είδος του. Άλλωστε η μουσική καταστράφηκε κατά ένα μέρος από τότε που χωρίστηκε σε είδη.
Περίμενε πως και πως αυτη την μέρα. Τα είχε όλα τέλεια σχεδιασμένα στο μυαλό του. Όλα άντερ κοντρόλ όπως λένε και στην Αμέρικα. Έγραψε, τελείωσε, παρέδωσε το γραπτό του, όχι με τόσο χαρά, γιατί δεν έγραψε καλά. Το ‘ξερε ότι δεν θα έγραφε καλά και γι’ αυτό δεν τον πήρε από κάτω. Έφυγε από τον χώρο του σχολείου και κατευθύνθηκε προς μια κατεύθυνση. Πήγε να παραδώσει ένα κείμενο για μια εφημερίδα που του ζητήθηκε να γράψει ένα άρθρο.
“Σήμερα θα είναι η καλύτερη μέρα”, είπε φεύγοντας, γυρίζοντας μάλλον για το σπίτι. Έβαλε τα μαγιά του, τις πετσέτες του, τα καλοκαιρινά του, και αναχώρησε προς Κατερίνη. Λεπτοκαρυά για την ακρίβεια. Εκεί θα έκανε το πρώτο του μπάνιο. Και το έκανε. Έφαγε και για μεσημέρι, μάζεψε τα πράγματά του και αναχώρησε για Θεσσαλονίκη.
Όλα κυλούσαν όμορφα. Κανένα ανησυχητικό σημάδι. Ο ήλιος έλαμπε. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Χαρά Θεού. Με το που έφτασε βγήκε από το αυτοκίνητο, μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε το κουμπί του πέμπτου ορόφου, μπήκε στο σπίτι και άναψε το λαμπάκι.
Μέσα σε λίγα λεπτά ήρθε κι εκείνη. Η κοπέλα, ή μάλλον καλύτερα η γυναίκα, για την οποία έπαιξε και συνεχίζει να παίζει τις καλύτερες μελωδίες στην κιθάρα του. Εκείνη όμως δεν το ξέρει. Και αυτό είναι που τον πονά. Κάθισε μαζί της και συζήτησαν. Είπαν πολλά. Λέει πως θα την έβλεπε εκείνο το βράδυ. Αυτό περίμενε τόσο καιρό. Επιτέλους θα αποκάλυπτε τον έρωτά του. Δεν θα το κρατούσε πια μέσα του. Θα απελευθερωνόταν. Δεν θα ήταν πια σκλάβος της σκέψης. Θα ξέφευγε από την απλή την φαντασία και θα έμπαινε στην πραγματικότητα.
Δεν θα μπορούσαν να είχαν πάρει καλύτερη ροπή τα πράγματα. Ούτε ο ίδιος δεν τα είχε σχεδιάσει τόσο καλά. Έτσι πλύθηκε, να φύγει και η αλμύρα της θαλάσσης, ντύθηκε, καλλωπίστηκε και ξεκίνησε για το σημείο Χ. Το σημείο Χ ήταν το σημείο συνάντησης. Αν και δεν του άρεσε εκείνο το μέρος, πήγε για χάρη της. Λέει ότι θα έκανε τα πάντα για να την κάνει ευτυχισμένη. Καθώς έφτανε βρήκε φίλους, γνωστούς και ήταν όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Το καλύτερο μέρος γι’ αυτόν, αφού και αυτός ήταν ευτυχισμένος.
Μίλησε με φίλους, με γνωστούς και περίμενε. Μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες… Τίποτα. Πήρε ένα ουίσκι, με μπόλικο πάγο, το αγαπημένο του ποτό, για να χαλαρώσει λίγο. Ήταν στεναχωρημένος. Διότι ήταν πλέον πεπεισμένος ότι δεν θα την έβλεπε. Είχε αρχίσει μάλιστα να νευριάζει. Το παράξενο όμως είναι ότι δεν νευριάζει εύκολα. Δε νευρίασε με εκείνη. Αλλά με τον εαυτό του, που τον συνεπήρε ο ενθουσιασμός.
Ξαφνικά άρχισε να βρέχει. Χοντρές ψιχάλες έπεφταν κάτω στη γη. Του αρέσει, λέει, η βροχή. Κάθισε ακίνητος, κι ας βρεχόταν. Δεν τον ένοιαζε πια. Το μόνο που κάλυπτε με το χέρι του, για να μην μπει μέσα η βροχή, ήταν το ποτήρι με το ουίσκι του. Το ήπιε όλο με την μία. Όσο δηλαδή είχε μείνει μέσα. Έκατσε λίγο ακόμα κάτω από την βροχή. Μετά από λίγο βρήκε κάτι φιλαράκια και ζήτησε λίγο παρηγοριά.
Του κράτησαν παρέα μέχρι τις 11 και 30 το βράδυ. Τους ήταν ευγνώμων και τους ευχαρίστησε για έβδομη φορά και έφυγε. Περπάτησε λίγο μόνος να σκεφτεί. Να σκεφτεί τι πήγε στραβά. Γιατί δεν ήρθε. Γιατί δεν έγινε τίποτα. Με τούτα και με κείνα πήγε σπίτι κατά τις 12 και 30. Ξεντύθηκε, σκούπισε τα μαλλιά του σε μια πετσέτα και έπεσε στο κρεβάτι για ύπνο. Δεν μπορούσε όμως να κοιμηθεί. Σκεφτόταν εκείνη. Βγήκε στο μπαλκόνι και έβλεπε την βροχή να πέφτει και τις αστραπές να λάμπουν. Λέει πως σε κάποιο σημείο η βροχη σχημάτιζε την εικόνα της και μάλιστα όταν άστραφτε νόμιζε ότι την είχε μπροστά του.
Κάθισε για αρκετή ώρα στο μπαλκόνι. Και όλη αυτή την ώρα τον κρατούσαν συντροφιά 2 τραγούδια. Τα έβαζε. Τα ξαναέβαζε. Τα ξαναέβαζε. Και τα ξαναέβαζε.
ΛΑΥΡΕΝΤΗΣ ΜΑΧΑΙΡΙΤΣΑΣ – ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΔΑΝΕΙΚΗ
Stevie Ray Vaughan – The Sky is Crying
Και η βρόχα έπεφτε, ράιν θρου…



