Skip to content

Να την προσέχεις

Ιουλίου 14, 2009

Να την προσέχεις -Sanjuro mc ft. Antonis [στίχοι]

Είναι από τι λίγες φορές που θαυμάζω ένα τέτοιου είδους τραγούδι. Και αυτό γιατί τους στίχους του κάποτε, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τους είπα κι εγώ. Και ακόμα τα λέω. Αυτό είναι ένα από τα λίγα “rap” τραγούδια που έχουν μείνει. Και το rap έχει πολλές σχέσεις με το blues, μιας και είναι ένας από τους τόσους απογόνους του blues. Και ένας που θέλει να πιστεύει πως αγαπάει την μουσική δεν πρέπει να απορρίπτει ένα τραγούδι από το είδος του. Άλλωστε η μουσική καταστράφηκε κατά ένα μέρος από τότε που χωρίστηκε σε είδη.

Και η βρόχα έπεφτε, ράιν θρου…

Ιουνίου 18, 2009

Περίμενε πως και πως αυτη την μέρα. Τα είχε όλα τέλεια σχεδιασμένα στο μυαλό του. Όλα άντερ κοντρόλ όπως λένε και στην Αμέρικα. Έγραψε, τελείωσε, παρέδωσε το γραπτό του, όχι με τόσο χαρά, γιατί δεν έγραψε καλά. Το ‘ξερε ότι δεν θα έγραφε καλά και γι’ αυτό δεν τον πήρε από κάτω. Έφυγε από τον χώρο του σχολείου και κατευθύνθηκε προς μια κατεύθυνση. Πήγε να παραδώσει ένα κείμενο για μια εφημερίδα που του ζητήθηκε να γράψει ένα άρθρο.
«Σήμερα θα είναι η καλύτερη μέρα», είπε φεύγοντας, γυρίζοντας μάλλον για το σπίτι. Έβαλε τα μαγιά του, τις πετσέτες του, τα καλοκαιρινά του, και αναχώρησε προς Κατερίνη. Λεπτοκαρυά για την ακρίβεια. Εκεί θα έκανε το πρώτο του μπάνιο. Και το έκανε. Έφαγε και για μεσημέρι, μάζεψε τα πράγματά του και αναχώρησε για Θεσσαλονίκη.
Όλα κυλούσαν όμορφα. Κανένα ανησυχητικό σημάδι. Ο ήλιος έλαμπε. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Χαρά Θεού. Με το που έφτασε βγήκε από το αυτοκίνητο, μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε το κουμπί του πέμπτου ορόφου, μπήκε στο σπίτι και άναψε το λαμπάκι.
Μέσα σε λίγα λεπτά ήρθε κι εκείνη. Η κοπέλα, ή μάλλον καλύτερα η γυναίκα, για την οποία έπαιξε και συνεχίζει να παίζει τις καλύτερες μελωδίες στην κιθάρα του. Εκείνη όμως δεν το ξέρει. Και αυτό είναι που τον πονά. Κάθισε μαζί της και συζήτησαν. Είπαν πολλά. Λέει πως θα την έβλεπε εκείνο το βράδυ. Αυτό περίμενε τόσο καιρό. Επιτέλους θα αποκάλυπτε τον έρωτά του. Δεν θα το κρατούσε πια μέσα του. Θα απελευθερωνόταν. Δεν θα ήταν πια σκλάβος της σκέψης. Θα ξέφευγε από την απλή την φαντασία και θα έμπαινε στην πραγματικότητα.
Δεν θα μπορούσαν να είχαν πάρει καλύτερη ροπή τα πράγματα. Ούτε ο ίδιος δεν τα είχε σχεδιάσει τόσο καλά. Έτσι πλύθηκε, να φύγει και η αλμύρα της θαλάσσης, ντύθηκε, καλλωπίστηκε και ξεκίνησε για το σημείο Χ. Το σημείο Χ ήταν το σημείο συνάντησης. Αν και δεν του άρεσε εκείνο το μέρος, πήγε για χάρη της. Λέει ότι θα έκανε τα πάντα για να την κάνει ευτυχισμένη. Καθώς έφτανε βρήκε φίλους, γνωστούς και ήταν όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Το καλύτερο μέρος γι’ αυτόν, αφού και αυτός ήταν ευτυχισμένος.
Μίλησε με φίλους, με γνωστούς και περίμενε. Μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες… Τίποτα. Πήρε ένα ουίσκι, με μπόλικο πάγο, το αγαπημένο του ποτό, για να χαλαρώσει λίγο. Ήταν στεναχωρημένος. Διότι ήταν πλέον πεπεισμένος ότι δεν θα την έβλεπε. Είχε αρχίσει μάλιστα να νευριάζει. Το παράξενο όμως είναι ότι δεν νευριάζει εύκολα. Δε νευρίασε με εκείνη. Αλλά με τον εαυτό του, που τον συνεπήρε ο ενθουσιασμός.
Ξαφνικά άρχισε να βρέχει. Χοντρές ψιχάλες έπεφταν κάτω στη γη. Του αρέσει, λέει, η βροχή. Κάθισε ακίνητος, κι ας βρεχόταν. Δεν τον ένοιαζε πια. Το μόνο που κάλυπτε με το χέρι του, για να μην μπει μέσα η βροχή, ήταν το ποτήρι με το ουίσκι του. Το ήπιε όλο με την μία. Όσο δηλαδή είχε μείνει μέσα. Έκατσε λίγο ακόμα κάτω από την βροχή. Μετά από λίγο βρήκε κάτι φιλαράκια και ζήτησε λίγο παρηγοριά.
Του κράτησαν παρέα μέχρι τις 11 και 30 το βράδυ. Τους ήταν ευγνώμων και τους ευχαρίστησε για έβδομη φορά και έφυγε. Περπάτησε λίγο μόνος να σκεφτεί. Να σκεφτεί τι πήγε στραβά. Γιατί δεν ήρθε. Γιατί δεν έγινε τίποτα. Με τούτα και με κείνα πήγε σπίτι κατά τις 12 και 30. Ξεντύθηκε, σκούπισε τα μαλλιά του σε μια πετσέτα και έπεσε στο κρεβάτι για ύπνο. Δεν μπορούσε όμως να κοιμηθεί. Σκεφτόταν εκείνη. Βγήκε στο μπαλκόνι και έβλεπε την βροχή να πέφτει και τις αστραπές να λάμπουν.  Λέει πως σε κάποιο σημείο η βροχη σχημάτιζε την εικόνα της και μάλιστα όταν άστραφτε νόμιζε ότι την είχε μπροστά του.
Κάθισε για αρκετή ώρα στο μπαλκόνι. Και όλη αυτή την ώρα τον κρατούσαν συντροφιά 2 τραγούδια. Τα έβαζε. Τα ξαναέβαζε. Τα ξαναέβαζε. Και τα ξαναέβαζε.

ΛΑΥΡΕΝΤΗΣ ΜΑΧΑΙΡΙΤΣΑΣ – ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΔΑΝΕΙΚΗ

Stevie Ray Vaughan – The Sky is Crying

Και η βρόχα έπεφτε, ράιν θρου…

Ένα λαμπάκι που αναβοσβήνει

Ιουνίου 14, 2009

Ένα λαμπάκι που αναβοσβήνει.  Πράσινο στο χρώμα. Δείχνει αν είμαι συνδεδεμένος. Αν μπορώ να αναπνέω. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Στο μέτωπό μου έχουν αρχίσει να σχηματίζονται σταγόνες ιδρώτα. Σημάδι ότι ζεσταίνομαι. Ή ότι βρίσκομαι σε υπερένταση. Ή και τα δύο.
Το λαμπάκι είναι συνεχώς αναμμένο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Όλα βαίνουν καλώς. Περιμένω να μπει. Να την δω. Να δω τα μάτια της. Να δω το χαμόγελό της. Να ακούσω την φωνή της. Κι αν δεν μπορώ, τουλάχιστον να την φανταστώ. Να μυρίσω το άρωμά της. Κι αν δεν μπορώ, να το φανταστώ και αυτό.
Το λαμπάκι παραμένει αναμμένο. Ζω. Μπήκε. Την είδα επιτέλους. Έχω να την δω 24 ώρες. 24 ώρες που μένω ξάγρυπνος, έχοντας την εικόνα της στο μυαλό μου. Σαν κάτι ιερό. Την είδα χτες στον ύπνο μου. Ήταν ευτυχισμένη. Έτσι όπως θέλω να είναι. Έτσι όπως πρέπει να είναι.
Το λαμπάκι ατάραχο. Το μυαλό μου όμως όχι. «Μπήκε! Να της μιλήσω; Αν ναι, τι να της πω; Μήπως με βαριέται; Μήπως η σιωπή είναι καλύτερη;» Αυτές και άλλες χιλιάδες ερωτήσεις περνάνε μέσα από το κουτί των σκέψεών μου. Μέσα σε δευτερόλεπτα πρέπει να αντιδράσω. Δεν πρέπει να χαθεί ούτε ένα.
Το λαμπάκι σταθερό. Παραμένει αποφασιστικά αναμμένο. Σαν να μου λέει προχώρα, δεν θα σβήσω. Έτσι πήρα την απόφαση να κάνω, για ακόμη μια φορά, την πρώτη κίνηση. Να μιλήσω. Να πω ένα “γεια”. Ένα “τι κάνεις;”. Ψυχρό μεν, κλασσικό και σίγουρο δε.
Το λαμπάκι συνεχίζει να με ενθαρρύνει παραμένοντας ακλόνητο. Μου μιλάει. Κι ενώ συνεχίζω να ιδρώνω, μιλάω. Μιλάω για θέματα που μου αρέσουν. Που της αρέσουν. Που πιστεύω μάλλον ότι της αρέσουν. Παρουσιάζοντάς τα πάντα με ένα κωμικό ανάλαφρο τρόπο. Μου αρέσει να την κάνω να γελάει. Το χαμόγελό της μου δίνει δύναμη να πω κι άλλα. Όμως…
Το λαμπάκι έσβησε! Σε κλάσματα δευτερολέπτων αρχίζει να αναβοσβήνει. Ξαφνικά νιώθω μια θολούρα. Τα αφτιά μου βουίζουν. Το μυαλό μου είναι έτοιμο να εκραγεί. Όλο μου το σώμα έχει ιδρώσει. Αρχίζω να χτυπάω το χέρι μου στο γραφείο. Κοιτάω αλλού, μπας και το ξεχάσω. Κοιτά δεξιά. Η πόρτα. Κοιτάω αριστερά. Η ταράτσα της διπλανής οικοδομής. Ένας μεσήλικας, φαλακρός και εύσωμος προσπαθεί να στερεώσει την κεραία της τηλεόρασης. Έχω γίνει λούτσα στον ιδρώτα. Ο απέναντι ιδρώνει για να στερεώσει την κεραία. Εγώ ιδρώνω για να σταθεροποιηθεί το λαμπάκι.
Το λαμπάκι αναβοσβήνει. Όση ώρα γίνεται αυτό δεν αναπνέω. Δεν μπορώ. Αλλά επειδή δεν υπάρχει δεν μπορώ, αλλά δεν θέλω, τότε δεν θέλω να αναπνεύσω. Στην άλλη μεριά βρίσκεται αυτή. Μία ψυχή που έκλεψε την καρδιά μου. Μία ψυχή που χωρίς να την έχω γνωρίσει καλά-καλά την έχω ερωτευτεί. Μία ψυχή που αν χρειαζόταν να θυσιάσω τη δική μου για να μείνει αυτή να ομορφαίνει την Γη, θα το έκανα.
Το λαμπάκι συνεχίζει να αναβοσβήνει. Σκεπτόμενος όλα τα προηγούμενα, σκέπτομαι αν έχει φύγει. Γιατί δεν μπορώ να δω αν είναι εκεί. Βρίσκομαι σε ένα είδος κώματος. Προσπαθώ να διακρίνω το λαμπάκι. Ώσπου…
Το λαμπάκι άναψε! Εννοώ έμεινε σταθερό. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου. Βλέπω αν είναι ακόμα εκεί. Είναι εκεί! Την συγχωρώ που για κάποια δευτερόλεπτα έχασα τις αισθήσεις μου. Με καταλαβαίνει. Συνεχίζουμε να μιλάμε. Χαίρομαι γι’ αυτό. Ζω γι’ αυτό.
Το λαμπάκι μένει αναμμένο για πού ώρα. Μιλάμε, γελάμε, λέμε τι μας πειράζει, τι θαυμάζουμε, τι μας αρέσει, τι μισούμε. Καμιά φορά σβήνει το λαμπάκι, αλλά σε λίγο ξαναεπανέρχεται. Κάποια στιγμή πρέπει να φύγει. Τότε μου κόβονται τα πόδια. Την χαιρετώ.
Πλέον δεν με νοιάζει για το λαμπάκι. Δεν το χρειάζομαι πια. Ότι και να γίνει, αυτή έφυγε. Αναπολώ το τι είπα αυτή την μέρα. Ανυπομονώ να την ξαναδώ. Όπου και να γίνει αυτό. Αρκεί να ξέρω ότι μιλάω μαζί της. Κι ας μην την βλέπω.
Το λαμπάκι κάνει τα δικά του. Επιλέγει που θα ανάψει. Που θα σβήσει. Και που θα αναβοσβήσει. Έτσι είναι και η σχέση μου με εκείνη. Είναι ακόμη αρχή. Έτσι το λαμπάκι είναι στην φάση που αναβοσβήνει. Το θέμα είναι τι θα κάνει τελικά; Θα σβήσει για πάντα και θα πρέπει να βρω μια άλλη πηγή ζωής; Θα μείνει ποτέ αναμμένο; Μπας και μπορέσω να αναπνεύσω κι εγώ κανονικά; Ό,τι και να γίνει, εκείνη θα έχει πάντα μία θέση στην καρδιά μου. Γιατί το αξίζει…

Προσπαθώντας μες στην ζέστη

Ιουνίου 11, 2009
tags:

Εξετάσεις, φραπεδιά, αραλίκι, AC/DC, ευρωεκλογές και πανω απ’όλα ζέστη!
Έξι παράγοντες που επηρέασαν πολύ την ζωή μου (και πολλών άλλων) αυτές τις μέρες. Ας τα πάρουμε ένα-ένα.

Εξετάσεις: no comments. Ότι και να πω τζάμπα θα πάει. Μας έχουν φορτώσει με 16 μαθήματα, από τα οποία ζήτημα αν μου χρησιμεύουν τα πέντε…

Φραπεδιά: πολλούς φραπέδες βρε παιδιά. Πάνω που τους είχα κόψει. Αλλά βρείτε μου έναν άλλο καφε που να είναι έτσι δροσιστικός. Εκτός απο freddo και freddoccino.

Αραλίκι: ξεκούραση από την ξεκούραση χρειάζομαι! Πραγματικά πρέπει να υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Τις τελευταίες 3 εβδομάδες έχω ρίξει ΤΟ καθισιό, σε τέτοιο βαθμό που να με κουράζει! Ό,τι να ‘ναι…

Ευρωεκλογές: σχεδόν οι μισοι Έλληνες δεν ψήφισαν. Ωραίο! Αλλα με πείραξε που δεν βγήκε ο Κάτμαν!

ΖΕΣΤΗ: ειναι υπαίτια για πολλά… Για το ό,τι  βαριέμαι να διαβάζω, για το ό,τι ξανάρχισα να πίνω φραπέδες, για το αραλίκι (δεν ξέρω, αλλα η ζέστη με κουράζει), για το ό,τι δεν ψήφισαν οι μισοί Έλληνες.

Τους άφησα για το τέλος. Στις 28/05/09 ζήσαμε την μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής μας… Οι AC/DC έπαιξαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο στάδιο ΟΑΚΑ. Τα λόγια είναι περιττά. Καλύτερα να δείτε. For those abou to rock.

Καλησπέρα σας…

Ιουνίου 3, 2009

Ό,τι λέει ο τίτλος…

Έτσι για πρώτο post…